
Στην «ημερήσια διάταξη» του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας εισέρχονται ολοένα και περισσότερο τα data center...
με τα σχετικά στοιχεία να αποτυπώνουν ένα χαρτοφυλάκιο της τάξης του 1,1 GW μέχρι στιγμής έργων με ένα μέρος να έχουν πάρει ΟΠΣ και ένα άλλο να βρίσκονται στην διαδικασία να λάβουν.
Τα στοιχεία αφορούν μέχρι και τον Οκτώβριο του 2025 και αντιπροσωπεύουν συνολικά 19 αιτήματα που έχουν υποβληθεί στον ΑΔΜΗΕ, ζητώντας πρόσβαση στο δίκτυο για επενδύσεις σε Αττική και Βοιωτία κατά κύριο λόγο.
Αναλυτικότερα, όπως επισήμανε, μεταξύ άλλων, η Μαρίνα Τσίλη στέλεχος του ΑΔΜΗΕ σε σχετική παρουσίαση εχθές στα πλαίσια της 32ης Συνόδου της Ελληνικής Επιτροπής CIGRE, τα έργα με Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης φτάνουν τα 315 MW με το ένα να βρίσκεται στην Κόρινθο, συνολικής ισχύος 40 MW και τα υπόλοιπα στην Αττική με αθροιστική ισχύ 275 MW.
Το χαρτοφυλάκιο της Αττικής περιλαμβάνει επίσης αιτήματα στο στάδιο της μελέτης σύνδεσης συνολικής ισχύος 565 MW, ενώ ακολουθούν σε ανάλογη φάση αδειοδότησης 4 αιτήματα σε Φλώρινα-Κοζάνη συνολικής ισχύος 108,5 MW και ένα αίτημα στη Λάρυμνα 200 MW.
Υπενθυμίζεται ότι τα Κέντρα Δεδομένων είναι εγκαταστάσεις υψηλής ενεργειακής ζήτησης και μεγάλης ισχύος, γεγονός που υποχρεώνει τον Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς να μελετήσει πολύ προσεκτικά στην ένταξή τους στο σύστημα, ιδίως όταν, τα σχετικά αιτήματα αναμένεται να πολλαπλασιαστούν τα αμέσως επόμενα χρόνια.
«Συνωστισμός» αιτημάτων
«Το άμεσο πρόβλημα είναι τα προβλήματα συμφόρησης λόγω των πολύ μεγάλων φορτίων και η συγκέντρωσή τους σε συγκεκριμένα κομμάτια του δικτύου», σημείωσε χαρακτηριστικά το στέλεχος του ΑΔΜΗΕ, προσδιορίζοντας τις βασικές προκλήσεις που θα πρέπει να τύχουν της ανάλογης προσοχής αλλά και της λήψης ανάλογων μέτρων προκειμένου να αποτραπούν διαταραχές στην λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος.
Σημειώνεται ότι τα data center αντιπροσωπεύουν ήδη το 1,5% της παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας για το 2024 με το σχετικό ποσοστό να αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.
Αν και το παραπάνω δείγμα των αιτημάτων είναι μικρό, εντούτοις, αποτυπώνει το «πρόβλημα» της χωροθέτησης με τα περισσότερα projects να συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές λόγω κυρίως της εγγύτητας με τους τηλεπικοινωνιακούς κόμβους όσο και λόγω της εγγύτητας με αστικά κέντρα (βλέπε την περίπτωση της Αττικής με 14 από τα 19 αιτήματα που έχουν κατατεθεί στον ΑΔΜΗΕ).
Ρυθμιστικά «κενά»
Από εκεί και πέρα ζητήματα προς επίλυση προκύπτουν και στο ρυθμιστικό κομμάτι με το βασικότερο πρόβλημα να εντοπίζεται στην «διπλοεγγραφή» των αιτημάτων. Ειδικότερα, όπως επισήμανε η κα. Τσίλη, καταγράφονται περιπτώσεις αιτημάτων να υποβάλλονται στον ΑΔΜΗΕ για το σύνολο της ισχύος τους και για ένα υποσύνολο αυτής, για τα ίδια έργα πάντα, να υποβάλονται και στον ΔΕΔΔΔΗΕ προκειμένου να τύχουν ταχύτερης εξυπηρέτησης.
Αν και η εν λόγω πρακτική βρίσκεται σύννομη με το ρυθμιστικό πλαίσιο ή καλύτερα αξιοποιεί ρυθμιστικά «κενά» που υπάρχουν, καταλήγει να δυσκολεύει το έργο των Διαχειριστών, καθιστώντας αδύνατο να διαμορφώσουν μια συνολική εικόνα των απαιτήσεων σύνδεσης και πρόσβασης στο δίκτυο.
Επιπρόσθετα, το πρόβλημα επιτείνεται με σειρά αιτημάτων που υποβάλλονται χωρίς να υπάρχει πρόθεση υλοποίησης της επένδυσης ή τουλάχιστον στο μέγεθος της ισχύος που αιτείται για πρόσβαση στο δίκτυο. Το αποτέλεσμα είναι ανάλογο με αυτό που συνέβη με τις ΑΠΕ δηλαδή καταλαμβάνεται «ηλεκτρικός χώρος» σε βάρος άλλων πιο ώριμων αιτημάτων.
Χρειάζεται να σημειωθεί, όπως υπογράμμισε η κα. Τσίλη, ότι τα παραπάνω δεν συνιστούν «ελληνικό φαινόμενο» παρά «καθημερινότητα» για κάθε ευρωπαίο Διαχειριστή, γεγονός που έχει ωθήσει τον ENTSO-E να συντονίσει σχετικές ομάδες εργασίας υπό την αιγίδα του προκειμένου να προχωρήσουν οι απαραίτητες ρυθμιστικές παρεμβάσεις και διορθώσεις που θα καλύψουν το εν λόγω ρυθμιστικό κενό.
Επιπρόσθετα, επισήμανε σχετικά η κα. Τσίλη, λόγω της πολύ πρόσφατης ανάδειξης του επενδυτικού ενδιαφέροντος, οι Διαχειριστές δεν έχουν αναπτύξει διεθνώς τεχνικές απαιτήσεις σύνδεσης και ρυθμιστικό πλαίσιο διαδικασίας σύνδεσης για τέτοιου τύπου φορτία, πράγμα που επίσης βρίσκεται στο «μικροσκόπιο» του ENTSO-E και σύντομα αναμένεται να υπάρξουν συγκεκριμένες παρεμβάσεις τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε εθνικό επίπεδο από τον ΑΔΜΗΕ προς την Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων για την ρύθμιση αυτών των θεμάτων.
Απαιτείται ολιστική προσέγγιση
Έπειτα το θέμα της διαχείρισης των φορτίων συνιστά κρίσιμη πρόκληση με τους Διαχειριστές να διατηρούν σημαντική εμπειρία σε μεγάλη απώλεια παραγωγής όχι όμως σε μεγάλη απώλεια φορτίου με την πρόσθετη ιδιαιτερότητα στην περίπτωση των data center ότι συνιστούν ευαίσθητα φορτία και επομένως θα πρέπει, τεχνικά, να τύχουν ιδιαίτερης μεταχείρισης προς αποφυγήν ευρύτερων ανισορροπιών στη εύρυθμη λειτουργία του συστήματος μεταφοράς και κατ’ επέκταση του δικτύου διανομής.
Ενδεικτικά, η κα Τσίλη σημείωσε ότι απαιτούνται αυξημένες απαιτήσεις αξιοπιστίας: λειτουργία νησιδοποίησης σε οποιαδήποτε διαταραχή του συστήματος, ενδεχόμενη αποσύνδεση σημαντικού φορτίου κατά τη διάρκεια διαταραχών με συνεπακόλουθους κινδύνους για την ασφάλεια του συστήματος και τη λειτουργία της αγοράς.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ενσωμάτωση των data center, όπως ειπώθηκε, απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση προκειμένου να είναι λειτουργική και να αποφευχθούν «δοκιμασίες» για το σύστημα μεταφοράς.
Μάλιστα, το σχετικό «scope» θα πρέπει να περιλαμβάνει και τα υπόλοιπα φορτία που πρόκειται να εισρεύσουν στο σύστημα (εξηλεκτρισμός σε μεταφορές, θέρμανση κλπ), ώστε συνολικά να εκτιμηθεί και να επικαιροποιηθεί η επάρκεια του συστήματος προκειμένου να σχεδιαστούν και οι απαραίτητες παρεμβάσεις που χρειάζονται.
Η Αττική δεν έχει περιθώρια
Άλλωστε, η εικόνα, ιδίως στην περίπτωση της Αττικής, είναι ιδιαίτερα ξεκάθαρη με τα σχετικά περιθώρια να είναι εμφανίζονται εξαιρετικά περιορισμένα. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε, η εξυπηρέτηση των μελλοντικών φορτίων της περιοχής και των φορτίων των ΚΔ δεν είναι εφικτή με την παρούσα τοπολογία του Συστήματος.
Η πλέον αξιόπιστη λύση συνίσταται στην ανάπτυξη ενός νέου ΚΥΤ στην περιοχή των Μεσογείων και την εκτροπή σε αυτό των τοπικών κυκλωμάτων 400 kV και 150 kV. Μάλιστα σημειώνεται ότι η υλοποίηση του νέου ΚΥΤ Μεσογείων θα ενισχύσει το Σύστημα 400 kV και 150 kV στην περιοχή, επιτρέποντας την ασφαλή τροφοδότηση των σημερινών και μελλοντικών φορτίων της σε χρονικό ορίζοντα πολλών ετών.
Οι περικοπές «καραδοκούν»
Τέλος, η ορθή εκτέλεση της «άσκησης» συνδέεται με το θέμα των περικοπών με το απευκταίο σενάριο να καταλήξει να είναι περισσότερες περικοπές στο όνομα συμφόρησης του συστήματος με ταυτόχρονη αδυναμία περικοπών φορτίων data center λόγω της ευαισθησίας που έχουν από την φύση τους.
Κατά συνέπεια, η αύξηση του φορτίου δεν συνιστά απαραίτητα πανάκεια και απάντηση στην περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ με την κα Τσίλη να υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ότι «παρά την αυξημένη διείσδυση σταθμών ΑΠΕ, η οποία ανά περιοχές δημιουργεί ζητήματα κορεσμού και συμφορήσεων, η σύνδεση μεγάλης κατανάλωσης δε συντελεί εξ ‘ ορισμού στην επίλυσή τους, καθώς εν γένει επανακατανέμει τις ροές ισχύος στις γραμμές μεταφοράς και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να επιδεινώνει υφιστάμενα προβλήματα».
Τα στοιχεία αφορούν μέχρι και τον Οκτώβριο του 2025 και αντιπροσωπεύουν συνολικά 19 αιτήματα που έχουν υποβληθεί στον ΑΔΜΗΕ, ζητώντας πρόσβαση στο δίκτυο για επενδύσεις σε Αττική και Βοιωτία κατά κύριο λόγο.
Αναλυτικότερα, όπως επισήμανε, μεταξύ άλλων, η Μαρίνα Τσίλη στέλεχος του ΑΔΜΗΕ σε σχετική παρουσίαση εχθές στα πλαίσια της 32ης Συνόδου της Ελληνικής Επιτροπής CIGRE, τα έργα με Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης φτάνουν τα 315 MW με το ένα να βρίσκεται στην Κόρινθο, συνολικής ισχύος 40 MW και τα υπόλοιπα στην Αττική με αθροιστική ισχύ 275 MW.
Το χαρτοφυλάκιο της Αττικής περιλαμβάνει επίσης αιτήματα στο στάδιο της μελέτης σύνδεσης συνολικής ισχύος 565 MW, ενώ ακολουθούν σε ανάλογη φάση αδειοδότησης 4 αιτήματα σε Φλώρινα-Κοζάνη συνολικής ισχύος 108,5 MW και ένα αίτημα στη Λάρυμνα 200 MW.
Υπενθυμίζεται ότι τα Κέντρα Δεδομένων είναι εγκαταστάσεις υψηλής ενεργειακής ζήτησης και μεγάλης ισχύος, γεγονός που υποχρεώνει τον Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς να μελετήσει πολύ προσεκτικά στην ένταξή τους στο σύστημα, ιδίως όταν, τα σχετικά αιτήματα αναμένεται να πολλαπλασιαστούν τα αμέσως επόμενα χρόνια.
«Συνωστισμός» αιτημάτων
«Το άμεσο πρόβλημα είναι τα προβλήματα συμφόρησης λόγω των πολύ μεγάλων φορτίων και η συγκέντρωσή τους σε συγκεκριμένα κομμάτια του δικτύου», σημείωσε χαρακτηριστικά το στέλεχος του ΑΔΜΗΕ, προσδιορίζοντας τις βασικές προκλήσεις που θα πρέπει να τύχουν της ανάλογης προσοχής αλλά και της λήψης ανάλογων μέτρων προκειμένου να αποτραπούν διαταραχές στην λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος.
Σημειώνεται ότι τα data center αντιπροσωπεύουν ήδη το 1,5% της παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας για το 2024 με το σχετικό ποσοστό να αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.
Αν και το παραπάνω δείγμα των αιτημάτων είναι μικρό, εντούτοις, αποτυπώνει το «πρόβλημα» της χωροθέτησης με τα περισσότερα projects να συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές λόγω κυρίως της εγγύτητας με τους τηλεπικοινωνιακούς κόμβους όσο και λόγω της εγγύτητας με αστικά κέντρα (βλέπε την περίπτωση της Αττικής με 14 από τα 19 αιτήματα που έχουν κατατεθεί στον ΑΔΜΗΕ).
Ρυθμιστικά «κενά»
Από εκεί και πέρα ζητήματα προς επίλυση προκύπτουν και στο ρυθμιστικό κομμάτι με το βασικότερο πρόβλημα να εντοπίζεται στην «διπλοεγγραφή» των αιτημάτων. Ειδικότερα, όπως επισήμανε η κα. Τσίλη, καταγράφονται περιπτώσεις αιτημάτων να υποβάλλονται στον ΑΔΜΗΕ για το σύνολο της ισχύος τους και για ένα υποσύνολο αυτής, για τα ίδια έργα πάντα, να υποβάλονται και στον ΔΕΔΔΔΗΕ προκειμένου να τύχουν ταχύτερης εξυπηρέτησης.
Αν και η εν λόγω πρακτική βρίσκεται σύννομη με το ρυθμιστικό πλαίσιο ή καλύτερα αξιοποιεί ρυθμιστικά «κενά» που υπάρχουν, καταλήγει να δυσκολεύει το έργο των Διαχειριστών, καθιστώντας αδύνατο να διαμορφώσουν μια συνολική εικόνα των απαιτήσεων σύνδεσης και πρόσβασης στο δίκτυο.
Επιπρόσθετα, το πρόβλημα επιτείνεται με σειρά αιτημάτων που υποβάλλονται χωρίς να υπάρχει πρόθεση υλοποίησης της επένδυσης ή τουλάχιστον στο μέγεθος της ισχύος που αιτείται για πρόσβαση στο δίκτυο. Το αποτέλεσμα είναι ανάλογο με αυτό που συνέβη με τις ΑΠΕ δηλαδή καταλαμβάνεται «ηλεκτρικός χώρος» σε βάρος άλλων πιο ώριμων αιτημάτων.
Χρειάζεται να σημειωθεί, όπως υπογράμμισε η κα. Τσίλη, ότι τα παραπάνω δεν συνιστούν «ελληνικό φαινόμενο» παρά «καθημερινότητα» για κάθε ευρωπαίο Διαχειριστή, γεγονός που έχει ωθήσει τον ENTSO-E να συντονίσει σχετικές ομάδες εργασίας υπό την αιγίδα του προκειμένου να προχωρήσουν οι απαραίτητες ρυθμιστικές παρεμβάσεις και διορθώσεις που θα καλύψουν το εν λόγω ρυθμιστικό κενό.
Επιπρόσθετα, επισήμανε σχετικά η κα. Τσίλη, λόγω της πολύ πρόσφατης ανάδειξης του επενδυτικού ενδιαφέροντος, οι Διαχειριστές δεν έχουν αναπτύξει διεθνώς τεχνικές απαιτήσεις σύνδεσης και ρυθμιστικό πλαίσιο διαδικασίας σύνδεσης για τέτοιου τύπου φορτία, πράγμα που επίσης βρίσκεται στο «μικροσκόπιο» του ENTSO-E και σύντομα αναμένεται να υπάρξουν συγκεκριμένες παρεμβάσεις τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε εθνικό επίπεδο από τον ΑΔΜΗΕ προς την Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων για την ρύθμιση αυτών των θεμάτων.
Απαιτείται ολιστική προσέγγιση
Έπειτα το θέμα της διαχείρισης των φορτίων συνιστά κρίσιμη πρόκληση με τους Διαχειριστές να διατηρούν σημαντική εμπειρία σε μεγάλη απώλεια παραγωγής όχι όμως σε μεγάλη απώλεια φορτίου με την πρόσθετη ιδιαιτερότητα στην περίπτωση των data center ότι συνιστούν ευαίσθητα φορτία και επομένως θα πρέπει, τεχνικά, να τύχουν ιδιαίτερης μεταχείρισης προς αποφυγήν ευρύτερων ανισορροπιών στη εύρυθμη λειτουργία του συστήματος μεταφοράς και κατ’ επέκταση του δικτύου διανομής.
Ενδεικτικά, η κα Τσίλη σημείωσε ότι απαιτούνται αυξημένες απαιτήσεις αξιοπιστίας: λειτουργία νησιδοποίησης σε οποιαδήποτε διαταραχή του συστήματος, ενδεχόμενη αποσύνδεση σημαντικού φορτίου κατά τη διάρκεια διαταραχών με συνεπακόλουθους κινδύνους για την ασφάλεια του συστήματος και τη λειτουργία της αγοράς.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ενσωμάτωση των data center, όπως ειπώθηκε, απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση προκειμένου να είναι λειτουργική και να αποφευχθούν «δοκιμασίες» για το σύστημα μεταφοράς.
Μάλιστα, το σχετικό «scope» θα πρέπει να περιλαμβάνει και τα υπόλοιπα φορτία που πρόκειται να εισρεύσουν στο σύστημα (εξηλεκτρισμός σε μεταφορές, θέρμανση κλπ), ώστε συνολικά να εκτιμηθεί και να επικαιροποιηθεί η επάρκεια του συστήματος προκειμένου να σχεδιαστούν και οι απαραίτητες παρεμβάσεις που χρειάζονται.
Η Αττική δεν έχει περιθώρια
Άλλωστε, η εικόνα, ιδίως στην περίπτωση της Αττικής, είναι ιδιαίτερα ξεκάθαρη με τα σχετικά περιθώρια να είναι εμφανίζονται εξαιρετικά περιορισμένα. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε, η εξυπηρέτηση των μελλοντικών φορτίων της περιοχής και των φορτίων των ΚΔ δεν είναι εφικτή με την παρούσα τοπολογία του Συστήματος.
Η πλέον αξιόπιστη λύση συνίσταται στην ανάπτυξη ενός νέου ΚΥΤ στην περιοχή των Μεσογείων και την εκτροπή σε αυτό των τοπικών κυκλωμάτων 400 kV και 150 kV. Μάλιστα σημειώνεται ότι η υλοποίηση του νέου ΚΥΤ Μεσογείων θα ενισχύσει το Σύστημα 400 kV και 150 kV στην περιοχή, επιτρέποντας την ασφαλή τροφοδότηση των σημερινών και μελλοντικών φορτίων της σε χρονικό ορίζοντα πολλών ετών.
Οι περικοπές «καραδοκούν»
Τέλος, η ορθή εκτέλεση της «άσκησης» συνδέεται με το θέμα των περικοπών με το απευκταίο σενάριο να καταλήξει να είναι περισσότερες περικοπές στο όνομα συμφόρησης του συστήματος με ταυτόχρονη αδυναμία περικοπών φορτίων data center λόγω της ευαισθησίας που έχουν από την φύση τους.
Κατά συνέπεια, η αύξηση του φορτίου δεν συνιστά απαραίτητα πανάκεια και απάντηση στην περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ με την κα Τσίλη να υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ότι «παρά την αυξημένη διείσδυση σταθμών ΑΠΕ, η οποία ανά περιοχές δημιουργεί ζητήματα κορεσμού και συμφορήσεων, η σύνδεση μεγάλης κατανάλωσης δε συντελεί εξ ‘ ορισμού στην επίλυσή τους, καθώς εν γένει επανακατανέμει τις ροές ισχύος στις γραμμές μεταφοράς και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να επιδεινώνει υφιστάμενα προβλήματα».
Πηγή: energypress.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου