
Ως διακριτό πυλώνα του νέου στρατηγικού της σχεδίου τοποθετεί η ΔΕΗ τα κέντρα δεδομένων, επιλέγοντας ρόλο παρόχου υποδομών...
και όχι υπηρεσιών πληροφορικής (ΙΤ).
Οι σχετικές ανακοινώσεις έγιναν την περασμένη Πέμπτη το βράδυ, από τη διοίκηση της ΔΕΗ, με επικεφαλής τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, Γιώργο Στάσση, στο πλαίσιο παρουσίασης προς τους επενδυτές της επικείμενης αύξησης κεφαλαίου, ύψους 4 δισ. ευρώ, σε συνδυασμό με το νέο στρατηγικό σχέδιο της περιόδου 2026–2030, το οποίο προβλέπει συνολικές επενδύσεις περίπου 24 δισ. ευρώ.
Το μοντέλο που περιγράφει προβλέπει ότι ο όμιλος θα διατηρεί την κυριότητα του data center και των μη ΙΤ υποδομών, με έσοδα από μισθώσεις, ενέργεια και συνδεσιμότητα, ενώ ο εξοπλισμός και η λειτουργία ΙΤ θα ανήκουν στον πελάτη, δηλαδή τον hyperscaler.
Οι σχετικές ανακοινώσεις έγιναν την περασμένη Πέμπτη το βράδυ, από τη διοίκηση της ΔΕΗ, με επικεφαλής τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο, Γιώργο Στάσση, στο πλαίσιο παρουσίασης προς τους επενδυτές της επικείμενης αύξησης κεφαλαίου, ύψους 4 δισ. ευρώ, σε συνδυασμό με το νέο στρατηγικό σχέδιο της περιόδου 2026–2030, το οποίο προβλέπει συνολικές επενδύσεις περίπου 24 δισ. ευρώ.
Το μοντέλο που περιγράφει προβλέπει ότι ο όμιλος θα διατηρεί την κυριότητα του data center και των μη ΙΤ υποδομών, με έσοδα από μισθώσεις, ενέργεια και συνδεσιμότητα, ενώ ο εξοπλισμός και η λειτουργία ΙΤ θα ανήκουν στον πελάτη, δηλαδή τον hyperscaler.
Στην Κοζάνη
Στο επίκεντρο βρίσκεται το σχεδιαζόμενο data center στην Κοζάνη, ισχύος 300 MW στην πρώτη φάση, με δυνατότητα επέκτασης έως 1 GW. Η ΔΕΗ αναφέρει ότι βρίσκεται σε εμπιστευτικές διαπραγματεύσεις με κορυφαίους hyperscalers, ενώ στην ίδια παρουσίαση αποτυπώνει και τους βασικούς διεθνείς παίκτες που κινούνται ήδη στην ελληνική αγορά (AWS, Google Cloud και Microsoft), οι οποίοι αναπτύσσουν υποδομές cloud και διασυνδεσιμότητας στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις η ΔΕΗ βρίσκεται κοντά σε συμφωνία με κάποιον από τους προαναφερόμενους υπερκλιμακούμενους παρόχους για να μισθώσει υποδομές κέντρων δεδομένων. Με τις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις φαίνεται να διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο στην αγορά των κέντρων δεδομένων καθώς οι hyperscalers δείχνουν βιασύνη να αποχωρήσουν από ιδιόκτητες υποδομές που έχουν αναπτύξει στη Μέση Ανατολή, σε περιοχές που έχουν πληγεί από τις πολεμικές συγκρούσεις.
Την ίδια στιγμή στην τηλεπικοινωνιακή αγορά συνεχίζει να συζητείται το αν η ΔΕΗ θα επιχειρήσει να αναπτύξει περαιτέρω το αποτύπωμά της και ως πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, αγοράζοντας τη Nova ή την Vodafone ή ακόμα και τμήματα αυτών. Πληροφορίες αναφέρουν ότι σχετικές συζητήσεις γίνονται από όλους τους παίκτες.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει η διοίκηση της επιχείρησης στις αποδόσεις. Τα κέντρα δεδομένων τοποθετούνται στο ανώτερο εύρος του χαρτοφυλακίου, με στόχο μη μοχλευμένη εσωτερική απόδοση (Unlevered IRR) 12%–14%, υψηλότερα από ευέλικτη παραγωγή (8%–10%) και διανομή (7%–9%) και στο άνω όριο έναντι των ΑΠΕ (11%–14%).
Σε πλήρη ανάπτυξη, το έργο στην Κοζάνη εκτιμάται ότι θα αποφέρει EBITDA (κέρδη προ φόρων τόκων και αποσβέσεων) περίπου 170 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση έως το 2030, χωρίς να συνυπολογίζεται πρόσθετο περιθώριο από συμβάσεις ενέργειας, με τη συνολική συμβολή των data centers στη λειτουργική κερδοφορία να προσεγγίζει τα 200 εκατ. ευρώ.
Η πρώτη φάση, προϋπολογισμού περίπου 1,2 δισ. ευρώ (το 5% του συνολικού επενδυτικού της προγράμματος) περιλαμβάνεται στο σχέδιο, με έναρξη κατασκευής εντός του 2026 και στόχο λειτουργίας έως το τέλος του 2028. Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει ολοκλήρωση σχεδιασμού, αδειοδοτήσεων και προμηθειών πριν από την κύρια φάση κατασκευής και εγκατάστασης, ώστε να επιτευχθεί η εμπορική λειτουργία στο τέλος της περιόδου.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το σχεδιαζόμενο data center στην Κοζάνη, ισχύος 300 MW στην πρώτη φάση, με δυνατότητα επέκτασης έως 1 GW. Η ΔΕΗ αναφέρει ότι βρίσκεται σε εμπιστευτικές διαπραγματεύσεις με κορυφαίους hyperscalers, ενώ στην ίδια παρουσίαση αποτυπώνει και τους βασικούς διεθνείς παίκτες που κινούνται ήδη στην ελληνική αγορά (AWS, Google Cloud και Microsoft), οι οποίοι αναπτύσσουν υποδομές cloud και διασυνδεσιμότητας στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις η ΔΕΗ βρίσκεται κοντά σε συμφωνία με κάποιον από τους προαναφερόμενους υπερκλιμακούμενους παρόχους για να μισθώσει υποδομές κέντρων δεδομένων. Με τις τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις φαίνεται να διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο στην αγορά των κέντρων δεδομένων καθώς οι hyperscalers δείχνουν βιασύνη να αποχωρήσουν από ιδιόκτητες υποδομές που έχουν αναπτύξει στη Μέση Ανατολή, σε περιοχές που έχουν πληγεί από τις πολεμικές συγκρούσεις.
Την ίδια στιγμή στην τηλεπικοινωνιακή αγορά συνεχίζει να συζητείται το αν η ΔΕΗ θα επιχειρήσει να αναπτύξει περαιτέρω το αποτύπωμά της και ως πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, αγοράζοντας τη Nova ή την Vodafone ή ακόμα και τμήματα αυτών. Πληροφορίες αναφέρουν ότι σχετικές συζητήσεις γίνονται από όλους τους παίκτες.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει η διοίκηση της επιχείρησης στις αποδόσεις. Τα κέντρα δεδομένων τοποθετούνται στο ανώτερο εύρος του χαρτοφυλακίου, με στόχο μη μοχλευμένη εσωτερική απόδοση (Unlevered IRR) 12%–14%, υψηλότερα από ευέλικτη παραγωγή (8%–10%) και διανομή (7%–9%) και στο άνω όριο έναντι των ΑΠΕ (11%–14%).
Σε πλήρη ανάπτυξη, το έργο στην Κοζάνη εκτιμάται ότι θα αποφέρει EBITDA (κέρδη προ φόρων τόκων και αποσβέσεων) περίπου 170 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση έως το 2030, χωρίς να συνυπολογίζεται πρόσθετο περιθώριο από συμβάσεις ενέργειας, με τη συνολική συμβολή των data centers στη λειτουργική κερδοφορία να προσεγγίζει τα 200 εκατ. ευρώ.
Η πρώτη φάση, προϋπολογισμού περίπου 1,2 δισ. ευρώ (το 5% του συνολικού επενδυτικού της προγράμματος) περιλαμβάνεται στο σχέδιο, με έναρξη κατασκευής εντός του 2026 και στόχο λειτουργίας έως το τέλος του 2028. Το χρονοδιάγραμμα προβλέπει ολοκλήρωση σχεδιασμού, αδειοδοτήσεων και προμηθειών πριν από την κύρια φάση κατασκευής και εγκατάστασης, ώστε να επιτευχθεί η εμπορική λειτουργία στο τέλος της περιόδου.
Ο χρόνος επέκτασης
Για την επέκταση προς το 1 GW απαιτείται περίοδος περίπου τριών ετών από τη λήψη τελικής επενδυτικής απόφασης.
Ως προς την ωριμότητα, το έργο εμφανίζεται σε προχωρημένο στάδιο. Έχουν ολοκληρωθεί τα αρχικά στάδια σχεδιασμού, βρίσκεται σε εξέλιξη η τεχνική ωρίμανση, έχει εξασφαλιστεί προέγκριση άδειας, έχει υποβληθεί αίτηση σύνδεσης στο δίκτυο και εκπονείται η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Παράλληλα, έχουν κινηθεί διαδικασίες προμηθειών για κρίσιμο εξοπλισμό, με στόχο τον περιορισμό καθυστερήσεων.
Η ΔΕΗ αναδεικνύει ως βασικό πλεονέκτημα την ταχύτητα υλοποίησης, σε μια περίοδο κατά την οποία σε ώριμες αγορές της Δυτικής Ευρώπης οι χρόνοι αναμονής για σύνδεση στο δίκτυο ξεπερνούν ακόμη και τα δέκα χρόνια και η διαθεσιμότητα άμεσα αξιοποιήσιμου χώρου παραμένει περιορισμένη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η παγκόσμια ζήτηση για data centers εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από περίπου 46 GW το 2020 σε 78 GW το 2025 και σε 163 GW έως το 2030. Την ίδια στιγμή, η νέα δυναμικότητα υπό κατασκευή ανέρχεται σε περίπου 14 GW, αφήνοντας σημαντικό έλλειμμα. Στην Ευρώπη, η ζήτηση εκτιμάται ότι θα διπλασιαστεί από περίπου 14 GW το 2025 σε 28 GW έως το 2030, με έργα υπό κατασκευή περίπου 2,7 GW και κενό της τάξης των 11 GW.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εταιρεία εκτιμά ότι δημιουργείται περιθώριο ανάπτυξης σε νέες αγορές, όπως η Νότια Ευρώπη. Η Κοζάνη προβάλλεται ως περιοχή με διαθέσιμη βιομηχανική γη μεγάλης κλίμακας, πρόσβαση σε δίκτυα υψηλής τάσης (400 kV και 150 kV) και δυνατότητα άμεσης τροφοδοσίας μέσω μοντέλου «πίσω από τον μετρητή», που ενισχύει τη βεβαιότητα κόστους και τη δυνατότητα κλιμάκωσης.
Η ανάπτυξη του έργου προβλέπεται σταδιακή, με δυνατότητα αύξησης της ισχύος σε επόμενες φάσεις, ενώ η εταιρεία αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επέκτασης και πέραν της Κοζάνης, με συνολική δυναμικότητα που θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 2 GW στην Ελλάδα.
Για την επέκταση προς το 1 GW απαιτείται περίοδος περίπου τριών ετών από τη λήψη τελικής επενδυτικής απόφασης.
Ως προς την ωριμότητα, το έργο εμφανίζεται σε προχωρημένο στάδιο. Έχουν ολοκληρωθεί τα αρχικά στάδια σχεδιασμού, βρίσκεται σε εξέλιξη η τεχνική ωρίμανση, έχει εξασφαλιστεί προέγκριση άδειας, έχει υποβληθεί αίτηση σύνδεσης στο δίκτυο και εκπονείται η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Παράλληλα, έχουν κινηθεί διαδικασίες προμηθειών για κρίσιμο εξοπλισμό, με στόχο τον περιορισμό καθυστερήσεων.
Η ΔΕΗ αναδεικνύει ως βασικό πλεονέκτημα την ταχύτητα υλοποίησης, σε μια περίοδο κατά την οποία σε ώριμες αγορές της Δυτικής Ευρώπης οι χρόνοι αναμονής για σύνδεση στο δίκτυο ξεπερνούν ακόμη και τα δέκα χρόνια και η διαθεσιμότητα άμεσα αξιοποιήσιμου χώρου παραμένει περιορισμένη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η παγκόσμια ζήτηση για data centers εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από περίπου 46 GW το 2020 σε 78 GW το 2025 και σε 163 GW έως το 2030. Την ίδια στιγμή, η νέα δυναμικότητα υπό κατασκευή ανέρχεται σε περίπου 14 GW, αφήνοντας σημαντικό έλλειμμα. Στην Ευρώπη, η ζήτηση εκτιμάται ότι θα διπλασιαστεί από περίπου 14 GW το 2025 σε 28 GW έως το 2030, με έργα υπό κατασκευή περίπου 2,7 GW και κενό της τάξης των 11 GW.
Σε αυτό το περιβάλλον, η εταιρεία εκτιμά ότι δημιουργείται περιθώριο ανάπτυξης σε νέες αγορές, όπως η Νότια Ευρώπη. Η Κοζάνη προβάλλεται ως περιοχή με διαθέσιμη βιομηχανική γη μεγάλης κλίμακας, πρόσβαση σε δίκτυα υψηλής τάσης (400 kV και 150 kV) και δυνατότητα άμεσης τροφοδοσίας μέσω μοντέλου «πίσω από τον μετρητή», που ενισχύει τη βεβαιότητα κόστους και τη δυνατότητα κλιμάκωσης.
Η ανάπτυξη του έργου προβλέπεται σταδιακή, με δυνατότητα αύξησης της ισχύος σε επόμενες φάσεις, ενώ η εταιρεία αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επέκτασης και πέραν της Κοζάνης, με συνολική δυναμικότητα που θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 2 GW στην Ελλάδα.
Πηγή: naftemporiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου