
Προ ημερών ωμίλησεν εις την αίθουσαν της Αρχαιολογικής Εταιρείας ο κ. Σπ. Μαρινάτος, διευθυντής του Μουσείου Ηρακλείου...
περί των μέχρι τούδε αποτελεσμάτων διά την ανάγνωσιν των κρητικών ιερογλυφικών. Το σπουδαιότατον και δυσκολώτατον τούτο διά την επιστήμην θέμα δεν έπαυσε να απασχολή τους ερευνητάς όλων των χωρών από 30 ήδη ετών. Ο κ. Μαρινάτος έκαμεν εν αρχή μίαν εισήγησιν περί της ιστορίας της ανακαλύψεως της προελληνικής γραφής της Κρήτης, ην το δαιμόνιον πνεύμα του Έβανς είχε διαισθανθή προτού αρχίσουν αι μεγάλαι ανασκαφαί της νήσου. Κατόπιν έκαμεν ανάλυσιν των διαφόρων συστημάτων γραφής της Κρήτης, από του παλαιοτάτου σταδίου της ιδεογραφίας μέχρι του σταθμού τελευταίας εξελίξεως, της γραμμικής γραφής Β, ήτις ανεπτύχθη εν Κνωσώ από του 1450 μέχρι του 1400 προ Χριστού.
Όλως διαφορετικήν θέσιν κατέχει εντός της εξελίξεως ταύτης ο περίφημος Δίσκος της Φαιστού. Ούτος ανήκει εις τους χρόνους περί το 1700-1650 προ Χριστού και περιέχει μίαν ιερογλυφικήν συλλαβικήν γραφήν, ήτις δεν έχει καμμίαν συγγένειαν με την κρητικήν ούτε από άλλο μέρος του κόσμου είνε γνωστή.
Όλως διαφορετικήν θέσιν κατέχει εντός της εξελίξεως ταύτης ο περίφημος Δίσκος της Φαιστού. Ούτος ανήκει εις τους χρόνους περί το 1700-1650 προ Χριστού και περιέχει μίαν ιερογλυφικήν συλλαβικήν γραφήν, ήτις δεν έχει καμμίαν συγγένειαν με την κρητικήν ούτε από άλλο μέρος του κόσμου είνε γνωστή.

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 25.12.1931, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»
Η μινωική γραφή διεδόθη εκτός της Κρήτης εις την Μήλον και την κυρίως Ελλάδα με μικράς παραλλαγάς. Μας είνε γνωστή κυρίως εξ Ορχομενού, Τίρυνθος και ιδιαίτατα εκ των Θηβών, όπου ο καθηγητής κ. Κεραμόπουλος ανεκάλυψε σειράν ψευδοστόμων αμφορέων ενεπιγράφων. Η σπουδαία αύτη ανακάλυψις εν τω μυθολογικώ ανακτόρω του Κάδμου ενέχει ανυπολόγιστον αξίαν, δεδομένης της πιθανότητος ότι ίσως ενταύθα να υποκρύπτεται η ελληνική γλώσσα, αποδεικνύει δε αξίαν προσοχής και μελέτης την παράδοσιν των αρχαίων, οίτινες φαίνεται ότι κάτι εγνώριζον συγκεχυμένως διά τα περίφημα «Καδμήια γράμματα».
Αι απόπειραι προς ανάγνωσιν της προελληνικής ταύτης γραφής υπήρξαν πολλαί, αλλ’ όπως συμβαίνει και με την ιστορίαν της αναγνώσεως των αιγυπτιακών ιερογλυφικών, αι πλείσται είνε ανόητοι, φθάνουσαι συχνά μέχρι του παιδαριώδους ή και γελοίου. Ο κ. Μαρινάτος ανέφερε τοιαύτα παραδείγματα αναγνώσεων επί του δίσκου της Φαιστού και των παλαιοτέρων κρητικών συλλαβογραμμάτων, όπου ενόμισαν ότι αναγινώσκουν ελληνικήν γλώσσαν και φράσεις ως «η σεμνή φήττα», «Αποσύλ’ αρ Ξιφώ…» —η αρχή του δίσκου της Φαιστού— και ονόματα ως Κνωσός, Μίνως, Εγεζί=Ηγησώ. Όλως ιδιαιτέρως σοβαραί είνε δύο απόπειραι αναγνώσεως, η του Γερμανού Bossert (σ.σ. Helmuth Theodor Bossert, 1889-1961, ιστορικός τέχνης και αρχαιολόγος) και η του Σουηδού ανασκαφέως της Ασίνης Persson (σ.σ. Axel Waldemar Persson, 1888-1951, καθηγητής Αρχαιολογίας). Ο πρώτος κατώρθωσεν, επί τη βάσει της κυπριακής συλλαβικής γραφής, ήτις κατάγεται, ως φαίνεται, εκ της μινωικής, να αναγνώση επί μιας περιφήμου πινακίδος της Κνωσού, περιεχούσης κατάλογον ονομάτων, την λέξιν Παδί. Η λέξις αύτη είνε κύριον όνομα και είνε πολύ σπουδαίον ότι συναντάται ως όνομα φιλισταϊκόν, διότι υποτίθεται γενικώς ότι οι Φιλισταίοι είχον μεγάλην σχέσιν προς τους Κρήτας. Παδί εκαλείτο εις βασιλεύς της Εκρών, μιας των σπουδαιοτέρων πόλεων των Φιλισταίων. Ο κ. Μαρινάτος ετόνισεν ότι και των άλλων γραφών, της αιγυπτιακής και της σφηνοειδούς, η ανάγνωσις επετεύχθη εκ των κυρίων ονομάτων.

Ιδιαιτέρως ευφυής υπήρξεν η προσπάθεια του Bossert όπως αναγνώση έναν εξορκισμόν επί αιγυπτιακού παπύρου, γεγραμμένον «εις την γλώσσαν των Κεφτί». Διά δεξιών (σ.σ. επιδέξιων) συνδυασμών περί την φωνητικήν απόδοσιν των αιγυπτιακών ιερογλυφικών και τον χωρισμόν εις λέξεις απήρτισε τον ακόλουθον δακτυλικόν εξάμετρον:
Σάντι – Κουπάπα – Βαγιά
Γιαγιά – μίντη – λεκακαλί
Σπουδαιότεραι είνε αι λέξεις Κουπάπα (=Κυβήβη ή Κυβέλη, γνωστή προελληνική θεότης) και μίντη (=μίνθη, ήτοι μέντα). Λέξεις με νθ θεματικήν κατάληξιν είνε αποδεδειγμένως προελληνικαί (μίνθη, κολοκύνθη, υάκινθος κ.λπ.). Την τελευταίαν λέξιν φέρει ο Bossert εις συνάφειαν προς το παρ’ Ησυχίω λαγαγείν (=αφρίζειν) και συμπεραίνει ότι ο εξορκισμός δηλοί ποία αφρώδη αφεψήματα πρέπει εν ονόματι της μεγάλης θεάς Κυβέλης να χρησιμοποιούν προς εξορκισμόν της ασθενείας. Ο κ. Μαρινάτος ετόνισεν ότι οι συνδυασμοί είνε δεξιώτατοι, αλλά πρέπει να αποδειχθή πρώτον τελειωτικώς ότι Κεφτί ήσαν οι Κρήτες.
[…]
Ομοίαν οδόν ηκολούθησεν εις τας αναγνώσεις του και ο καθηγητής Persson. Ούτος έσχε την ευτυχίαν να ανακαλύψη κατά τας ανασκαφάς της Ασίνης το πρώτον και μόνον μέχρι σήμερον ιερόν της μυκηναϊκής εποχής. Εντός αυτού μεταξύ άλλων ευρέθη και τεμάχιον χείλους αγγείου, το οποίον φέρει εγκεχαραγμένα σημεία γραφής ιστάμενα ως προς το σχήμα μεταξύ κυπριακής και κρητικής γραφής. Ο Persson εφήρμοσε την φθογγικήν αξίαν των κυπριακών γραμμάτων και απήρτισε μίαν φράσιν, καθ’ ην το αγγείον πλήρες μελικρήτου (σ.σ. το μελίκρητον ήταν κράμα από μέλι και γάλα, που προσφερόταν ως σπονδή στους χθόνιους θεούς) θα είχεν αφιερωθή εις μίαν άγνωστον θεάν Κυμώ, θυγατέρα του Ποσειδώνος. Εξ όλων των απαρτιζομένων λέξεων η μάλλον εκπληκτική αναμφιβόλως είνε η του θεού τούτου (πο-σε-ι-τά-βο-νο-σε, ήτοι ΠοσειδάFονος). Εν τούτοις είνε λυπηρόν ότι ειδικώτατοι λόγιοι επί έτη εγκύψαντες εις την μελέτην της προελληνικής γραφής, ως ο Sundwall (σ.σ. Johannes Sundwall, 1877-1966, φινλανδός ιστορικός και φιλόλογος, μελετητής της ελληνικής και ρωμαϊκής λογοτεχνίας), αρνούνται την ορθότητα των αναγνώσεων, θεωρούντες ότι τα εν λόγω σημεία δεν είνε όμοια προς τα κυπριακά.

Ο Persson εφαρμόζων την φθογγικήν αξίαν των ταυτισθέντων κατ’ αυτόν γραμμάτων και επί των κρητικών επιγραφών κατώρθωσεν εκ του μεγάλου όγκου τούτων να αναγνώση σποραδικώς μερικάς λέξεις, ων σπουδαιότεραι είνε Τε-ζέ=Θησεύς και τά-πε=τάπης. Δυστυχώς αι θεωρίαι του ότι η αλβανική γλώσσα δύναται να βοηθήση εις την ανάγνωσιν των προελληνικών γλωσσών γεννούν έτι μεγαλειτέραν δυσπιστίαν ως προς τας αναγνώσεις του.
Πραγματικώς με έκπληξιν μανθάνομεν ότι επί των εκ Θηβών ενεπιγράφων αγγείων κατώρθωσε να αναγνώση επιγραφάς ως Κου-τε-μέ-σε/βά-να/Τε-ι-βό-ε, ήτοι Κάδμος Fαναξ Θηβών, έτι δε Σίκας άναξ Γλήχωνος κατά την συνήθη μεταγραφήν. Ο ίδιος διηγείται ότι δεν επίστευεν εις τους οφθαλμούς του όταν έβλεπε τοιαύτα αποτελέσματα. Πραγματικώς ταύτα φαίνονται πολύ ωραία ή ώστε να είνε αληθή. Εν τούτοις, επέρανεν ο κ. Μαρινάτος, αι γενόμεναι μέχρι τούδε προσπάθειαι είνε πολύ ενθαρρυντικαί και ίσως δεν θα βραδύνωμεν να ίδωμεν πραγματοποιουμένην την ανάγνωσιν της κρητομυκηναϊκής γραφής, ήτις ως μέλλουσα να καταστήση ιστορικούς λαούς τους παλαιοτάτους και λαμπροτάτους φορείς του ευρωπαϊκού πολιτισμού, θα είνε ασφαλώς το μεγαλείτερον αρχαιολογικόν κατώρθωμα του αιώνος μας.
*Άρθρο που έφερε τον τίτλο «Η ανάγνωσις των μινωικών ιερογλυφικών» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» ανήμερα Χριστούγεννα του 1931, ημέρα Παρασκευή. Επρόκειτο για μια συνοπτική παρουσίαση της διάλεξης που είχε δώσει λίγες ημέρες νωρίτερα, στην εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, ο διαπρεπής αρχαιολόγος Σπυρίδων Μαρινάτος (1901-1974), ο οποίος ασκούσε τότε καθήκοντα εφόρου των δύο αρχαιολογικών περιφερειών της Κρήτης και του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου.

Ο Σπυρίδων Μαρινάτος
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κρήτη (1929-1938) ο Μαρινάτος, ως ένας αρχαιολόγος αφοσιωμένος στην έρευνα πεδίου, παρουσίασε σπουδαίο ανασκαφικό έργο (Αμνισός, Βαθύπετρο, Σκλαβόκαμπος, Αρκαλοχώρι κ.α.) και πρωτοστάτησε στα μεγάλης κλίμακας έργα που πραγματοποιήθηκαν, αναπτύσσοντας παράλληλα αξιόλογη δραστηριότητα σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής της μεγαλονήσου.
Στις 3 Ιουλίου 1908 (εξ ου και το σημερινό δημοσίευμα) ο ιταλός αρχαιολόγος Luigi Pernier (1874-1937) ανακάλυψε σε ένα μικρό δωμάτιο του βόρειου τομέα του ανακτόρου της Φαιστού τον περίφημο δίσκο της Φαιστού.
Ο πήλινος αμφιπρόσωπος ενεπίγραφος δίσκος (με διάμετρο 16 εκ. και πάχος 2,1 εκ.) χρονολογείται πιθανώς στη Μέση Εποχή του Χαλκού (αρχές Νεοανακτορικών Χρόνων, 17ος αιώνας π.Χ.).
Ο δίσκος της Φαιστού, που διατηρείται ακέραιος, φέρει ιερογλυφική μινωική γραφή αποτυπωμένη σπειροειδώς και στις δύο πλευρές του.

Τα 45 σύμβολα που έχουν αποτυπωθεί σε σπειροειδή διάταξη (από την περιφέρεια προς το κέντρο) επαναλαμβάνονται και ομαδοποιούνται σχηματίζοντας λέξεις, που χωρίζονται με κάθετες εγχάρακτες γραμμές.
Η αποτύπωση των συμβόλων έγινε με σφραγίδες ενόσω ο πηλός ήταν ακόμη νωπός, γι’ αυτό και ο δίσκος της Φαιστού θεωρείται το παλαιότερο γνωστό δείγμα τυπογραφίας.
Αν και δεν λείπουν οι πιο ευφάνταστες ερμηνευτικές υποθέσεις, θεωρείται εξαιρετικά πιθανόν τα 45 σημεία του δίσκου να σχετίζονται με μια συλλαβική γραφή. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι καθεμιά από τις ομάδες που χωρίζονται από τα ακτινωτά τμήματα αποτελεί μία λέξη.

Δεν είναι δυνατόν να συσχετίσουμε με βεβαιότητα τα σημεία που έχουν αποτυπωθεί στο δίσκο με μία από τις γραφές που έχουν τεκμηριωθεί στο Αιγαίο κατά τη 2η χιλιετία π.Χ.: δύο από τα σημεία του δίσκου δείχνουν μία ομοιότητα με εκείνα που έχουν χαραχτεί στο χάλκινο πέλεκυ από το σπήλαιο του Αρκαλοχωρίου, στην κεντρική Κρήτη. Η υπόθεση μιας αναλογίας ανάμεσα στα σημεία του δίσκου της Φαιστού και εκείνα της κρητικής ιερογλυφικής ή της γραμμικής Α γραφής, της οποίας θα αποτελούσαν μια καλλιγραφική εκδοχή, έχει προταθεί και προσφάτως, αλλά δε βρίσκει μέχρι τώρα την ομόφωνη συναίνεση των ερευνητών.
Πηγή: in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου